Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

0 Ηρωίδες στα αζήτητα.. της ιστορίας..!!

Όσες γυναίκες ξεχώρισαν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 επέβαλαν άτυπα την ισοτιμία των φύλων στα πεδία των μαχών. 

Με το απαράμιλλο θάρρος τους, την αξιοθαύμαστη γενναιότητα, τις περιπέτειες και τις θυσίες τους αποτελούν αξεπέραστα σύμβολα δυναμισμού και πατριωτισμού που συνεχίζουν να εμπνέουν σε εθνικά κρίσιμες περιόδους ,κάτι που οι ιστορικοί και οι απομνημονευματογράφοι της εποχής δεν κατέγραψαν στην ιστορία της ελληνικής επανάστασης.

Ίσως  δεν μπόρεσαν  να εξοικειωθούν με την ιδέα ότι η γυναίκα όσο κι αν ήταν σε υποδεέστερη μοίρα από τον άντρα, είχε το δικαίωμα στην τιμή και την ευγνωμοσύνη της πατρίδας από τη στιγμή που αγωνίστηκε και θυσιάστηκε.

Αποτέλεσμα αυτής της ανδροκρατικής αντίληψης ήταν να χαθούν πολύτιμες πληροφορίες για τη συμβολή της Ελληνίδας στον αγώνα του '21.
Και είναι χιλιάδες οι γυναίκες  που πολεμώντας τους καταχτητές είτε με τα όπλα, είτε με τα ξύλα, είτε με τα δρεπάνια και τα κλαδευτήρια, βρήκαν ηρωικό θάνατο, γνωστές και άγνωστες στην Ιστορία.

Τις πληροφορίες αυτές  μπορούμε να τις αντλήσουμε από τα δημοτικά μας τραγούδια, τα οποία και εξιστορούν εύγλωττα τον ηρωισμό που διακατείχε τις γυναίκες της επανάστασης. Ανάμεσα στους άντρες μαχητές, καπετάνισσες έπαιρναν μέρος σε στρατιωτικά συμβούλια, χειρίζονταν τα όπλα με δεξιοτεχνία, αρματώνονταν και πολεμούσαν με λύσσα πριν καλά-καλά στεγνώσει το δάκρυ τους για τον χαμό των παιδιών τους.

Με δύναμη και ψυχή ελληνική.  Έχοντας ρόλο  είτε ενεργητικό είτε παθητικό, οι γυναίκες αυτές ήξεραν  να κρατήσουν ψηλά τον ηρωικό κλήρο που τους έλαχε, προτιμώντας να θυσιάσουν τη ζωή τους, παρά να προδώσουν την παράδοση που κληρονόμησαν. Δεν ήθελαν μια ζωή ταπεινωμένη. Τις χαρακτήριζε η περηφάνια, το σθένος και η ευψυχία.

Ένδοξα παραδείγματα αποτελούν οι Σουλιώτισσες, οι Μεσολογγίτισσες, οι Μανιάτισσες.



Οι αγώνες αυτοί σφυρηλάτησαν τη γυναίκα του '21, αρχίζοντας από την ανυπακοή στον κατακτητή, για να φτάσει στον ένοπλο αγώνα και το ολοκαύτωμα.
Ας θυμηθούμε κάποιες από αυτές.

Μπουμπουλίνα - Η μπουρλοτιέρισα των Ελλήνων

( Ήταν η μόνη μυημένη γυναίκα στη Φιλική Εταιρεία... )

Δυναμική και ανεξάρτητη καπετάνισσα, υπήρξε «η αμαζόνιος διακόσμησις του πολεμικού πίνακος του 1821». Όλη η Ευρώπη έμεινε έκπληκτη από την πολεμική της δράση και την αφοσίωσή της στην πατρίδα. Δίκαια ονομάστηκε θηλυκός Κολοκοτρώνης (λένε ότι δεν άφηνε ποτέ το σπαθί της).

Κόρη του υδραίου πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της επίσης υδραίας Σκεύως Κοκκίνη, που καταγόταν από εφοπλιστική οικογένεια, γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1771 στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης, όπου ο πατέρας της εκρατείτο για συμμετοχή στα Ορλοφικά. Στα 17 της παντρεύτηκε τον σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Γιάννουζα, από τον οποίο ονομάζετο και Δημητράκαινα.

Το 1797 ο σύζυγός της σκοτώθηκε σε συμπλοκή με αλγερινούς πειρατές και η Λασκαρίνα σε ηλικία 26 ετών μένει χήρα με τρία παιδιά, τον Ιωάννη, τον Γεώργιο και την Μαρία.

Το 1801 παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τον σπετσιώτη πάμπλουτο εφοπλιστή Δημήτριο Μπούμπουλη, από τον οποίο έλαβε το όνομα Μπουμπουλίνα, με το οποίο έγινε γνωστή. Και ο δεύτερος σύζυγός της σκοτώθηκε σε σύγκρουση με αλγερινούς πειρατές το 1811, μεταξύ Μάλτας και Ισπανίας. Μαζί του απέκτησε τρία παιδιά, την Ελένη, την Σκεύω και τον Νικόλαο.

Με την περιουσία του συζύγου της, που ξεπερνούσε τα 300.000 τάλληρα, η Μπουμπουλίνα ασχολήθηκε με τα ναυτιλιακά κι έγινε μέτοχος σε διάφορα σπετσιώτικα πλοία. Όμως, το 1816 οι Οθωμανοί επεχείρησαν να κατάσχουν την περιουσία της, επειδή τα πλοία του συζύγου της μετείχαν υπό ρωσική σημαία στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1806. Με τη μεσολάβηση του ρώσου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρογκάνωφ και της μητέρας του Σουλτάνου Βαλιντέ κατόρθωσε να διασώσει την περιουσία της.



Στην Κωνσταντινούπολη φαίνεται ότι μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819, αλλά το γεγονός αμφισβητείται, καθώς είναι γνωστό ότι η οργάνωση δεν έκανε ποτέ μέλη της, γυναίκες. Μόλις η Μπουμπουλίνα επέστρεψε στις Σπέτσες διέταξε τη ναυπήγηση του πλοίου «Αγαμέμνων», για το οποίο δαπάνησε 25.000 δίστηλα. Με μήκος 48 πήχεις (περίπου 34 μέτρα) και εξοπλισμένο με 18 κανόνια, ο «Αγαμέμνων» καθελκύστηκε το 1820 και ήταν το μεγαλύτερο πλοίο που έλαβε μέρος στην Επανάσταση.

Ο δημοσιογράφος και  ιστορικός Ι. Φιλήμων γράφει για την τόλμη και τη γενναιότητά της: «…ενώπιον αυτής ο άνανδρος ησχύνετο και ο ανδρείος υπεχώρη».

Ξόδευε την περιουσία της, όχι μόνο για τη διατήρηση των πλοίων της, αλλά και για τα στρατεύματα στην ξηρά. Συμμετείχε με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στον αποκλεισμό του Ναυπλίου και ανεφοδίασε με δικές της δαπάνες τους υπερασπιστές του Άργους. Σε μια έφοδο των Τούρκων υπό τον Κεχαγιάμπεη σκοτώθηκε ο γιος της Ιωάννης Γιάννουζας.

Στη συνέχεια έλαβε μέρος στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας, στην πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και της Τριπόλεως, στην οποία εισήλθε πάνω σε λευκό ίππο και έσωσε τα χαρέμια του Χουρσίτ Πασά από τη μήνη των πολιορκητών.

Μετά την άλωση του Ναυπλίου, το Νοέμβριο του 1822, η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε στην πόλη (έδρα της προσωρινής κυβέρνησης), όπου έζησε έως τα μέσα του 1824. Εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, όταν πήρε το μέρος του φυλακισμένου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, από το γάμο της κόρης της Ελένης με τον γιο του Πάνο. Οι κυβερνητικοί σκότωσαν τον γαμπρό της και από την ίδια αφαίρεσαν το κομμάτι γης που της είχαν δώσει για τις υπηρεσίες της στον Αγώνα.

Έτσι, η Μπουμπουλίνα επέστρεψε πικραμένη στις Σπέτσες και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του δεύτερου συζύγου της, μόνη με τα υπολείμματα της περιουσίας της, μέχρι το τέλος της ζωής της, που δεν άργησε να έλθει. Τον Μάιο του 1825 ο γιος της Γεώργιος Γιάννουζας κλέφτηκε με την Ευγενία Κούτση, κουνιάδα του ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας, Λάζαρου Ορλώφ.

Ο Ορλώφ, συνοδευόμενος από μέλη της οικογένειας Κούτση, πήγε στο σπίτι της Μπουμπουλίνας σε αναζήτηση της Ευγενίας. Στη λογομαχία που ακολούθησε, κάποιος πυροβόλησε και χτύπησε στο μέτωπο την Μπουμπουλίνα, που έπεσε νεκρή (22 Μαΐου). Δεν έχει διαλευκανθεί αν ήταν τυχαίο περιστατικό ή δολοφονία. Τα οστά της εναποτέθηκαν στον ιδιόκτητο ναΐσκο του Αγίου Ιωάννου. Μεταθανάτια έλαβε τον τίτλο του ναυάρχου από τη Ρωσία, πρωτοφανής τιμή για γυναίκα και ένας τίτλος με παγκόσμια μέχρι σήμερα μοναδικότητα για γυναικεία μορφή.

Επειδή συμμετείχε ως ισάξια με τους άλλους οπλαρχηγούς στα πολεμικά συμβούλια και τις αποφάσεις  της απονεμήθηκε ο τίτλος της «Καπετάνισσας» και της «Μεγάλης Κυράς».

Οι απόγονοι της Μπουμπουλίνας δώρισαν το πλοίο «Αγαμέμνων» στο νεοσύστατο κράτος, το οποίο έγινε η ναυαρχίδα του Ελληνικού Στόλου με το όνομα «Σπέτσαι». Ανατινάχθηκε από τον Ανδρέα Μιαούλη στον Πόρο κατά τη διάρκεια των πολιτικών ταραχών της 29ης Ιουλίου 1831. Το αρχοντικό της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες είναι σήμερα Μουσείο. Περιλαμβάνει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα και διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις.

Μαντώ Μαυρογένους

Ανιψιά του Νικολάου Μαυρογένη, επί πολλά έτη δραγουμάνου του στόλου (1770-1786) και στη συνέχεια ηγεμόνα της Βλαχίας (1786-1790). Γυναίκα με εύθραυστη ομορφιά, λεπτή και λυγερή κορμοστασιά, μεγαλωμένη με ευρωπαϊκή ανατροφή και παιδεία.

Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1796 ή 97, όπου ήταν εγκαταστημένος ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία μυήθηκε και η Μαντώ Μαυρογένους το 1820. Στις παραμονές του αγώνα βρισκόταν στην Τήνο με τον θείο της Φιλικό παπα-Μαύρο, απʼ τον οποίο μυήθηκε στον αγώνα και μαζί του πήγε στη Μύκονο - πατρίδα της μητέρας της - αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης.

Έκτοτε η νεαρή Μαντώ διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε μέρος και η ίδια σε πολλές επιχειρήσεις. Με πλοία που εξόπλισε με δικά της έξοδα, καταδίωξε τους πειρατές που λήστευαν τις Κυκλάδες. Συγκρότησε σώμα πεζών, που ανέλαβε την αρχηγία του και υπεράσπιζε τη Μύκονο.

Εξόπλισε στόλο από έξι πλοία και τον ένωσε με τις ναυτικές δυνάμεις του Τομπάζη. Αργότερα, συγκρότησε στρατό, που αποτελούνταν από 16 λόχους των 50 ανδρών, και πήρε μέρος στην εκστρατεία της Καρυστίας. Πολέμησε στο πλευρό του Γρηγορίου Σάλα στο Πήλιο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά. Όταν επέστρεψε στη Μύκονο, ασχολήθηκε με την τροφοδοσία του ναυτικού. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα σύνορα του ελληνικού χώρου και από τη θέση αυτή η νεαρή Ελληνίδα απηύθυνε έκκληση βοήθειας στους Ευρωπαίους φιλέλληνες και κυρίως στις Αγγλίδες και Γαλλίδες.

Στις Ευρωπαίες φίλες της εκμυστηρευόταν: «Λαχταρώ μια ημέρα μάχης όπως εσείς λαχταράτε μια ημέρα χορού».

Ξένοι ιστορικοί και περιηγητές εξαίρουν τη συμμετοχή της στα πεδία των μαχών, κάτι που δεν προκύπτει από ελληνικές πηγές. Οι Έλληνες ιστορικοί του 19ου αιώνα παραδόξως την αγνόησαν. «Είναι απορίας άξιον έγραφε το έτος 1890 ο Jules Blancard, πως τέτοια γυναίκα ελησμονήθη εντελώς από όλους τους Έλληνες ιστορικούς».

Με τη λήξη της Επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, (κατά τον Λαμπρινίδη, η Μαντώ αναφέρεται και ως κάτοικος Ναυπλίου κατά την απογραφή του πληθυσμού το 1824 ως εξής: Αριθ. 319, Κοκώνα Μαντώ, μετά του αδελφού της, του θείου της και των υπηρετών της. Εν όλω άτομα έξ), και τιμήθηκε με διάταγμα του Καποδίστρια, για της υπηρεσίες της με μια μικρή σύνταξη και τον βαθμό του αντιστρατήγου. Στη Μαντώ ανέθεσε και την εποπτεία του Ορφανοτροφείου το οποίο ίδρυσε στην Αίγινα.



Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια αναγκάστηκε, ύστερα από τον άτυχο έρωτά της με τον Δημήτριο Υψηλάντη και τον θάνατό του ένα χρόνο μετά από τον θάνατο του κυβερνήτη, και την καταδίωξη του Κωλέττη, να επιστρέψει στη Μύκονο.

Φτωχή, έχοντας δωρίσει την τεράστια περιουσία της στον Αγώνα, κατέφυγε κοντά σε συγγενείς της στην Πάρο. Εκεί πέθανε από τυφοειδή πυρετό το 1840. Ενταφιάστηκε, με δημόσια δαπάνη, στο προαύλιο του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής.

Χάιδω Γιαννάκη-Σέχου, η Σουλιώτισσα: Ενέπνευσε σεβασμό και θαυμασμό όχι μόνο στους συμπατριώτες της αλλά και σε ξένους διπλωμάτες (και δη…Γερμανούς). Ο ηρωισμός της ξεχώρισε τα χρόνια 1792 – 1803 και το γυναικείο της φύλο δεν την εμπόδισε να τρέχει πρώτη στη μάχη, συχνά πιο μπροστά και από τους άντρες.

Σταυριάνα Σάββαινα

Στις 12-13 Μαΐου 1821 δόθηκε η μάχη στο Βαλτέτσι που έληξε με τη νίκη των ελληνικών όπλων. Εκεί πολέμησε ο Κολοκοτρώνης, οι Μαυρομιχαλαίοι Κυριακούλης και Ηλίας με τους Μανιάτες κ.ά. Τότε διακρίθηκε και μια γυναίκα, η Σταυριάνα.

Η Σταυριάνα Σάββαινα γεννήθηκε στο Παρόρι της Σπάρτης το 1772. Παντρεύτηκε τον Γιωργάκη Σάββα που τον απαγχόνισαν οι Τούρκοι στον Μυστρά κατά τις πρώτες μέρες της Επανάστασης. Η Σταυριάνα οπλίστηκε και κατατάχθηκε στο σώμα του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και τον ακολούθησε σε όλες τις μάχες. Ελαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στις μάχες του Βαλτετσίου και των Τρικόρφων.

Η Καλλιρρόη Παρρέν γράφει στην «Εφημερίδα των Κυριών» της 25-3-1890: Η Σταυριάνα ήτο τεσσαρακοντούτις, μελαχροινή, ευειδής, με ύφος αρρενωπόν, με φωνή βροντώδη, με παράστημα στρατιώτου.

Ετέθη υπό τας διαταγάς του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και πήγε στο Βαλτέτσι όπου επολιορκούντο οι Έλληνες. Η Σταυριάνα μόνη μεταξύ των ανδρών αψηφούσε τις σφαίρες και μετέφερε τις πυριτιδοβολές από προμαχώνος εις προμαχώνα. Οι περί τον Κολοκοτρώνη Μαυρομιχάλης και Πλαπούτας δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι γυναίκα είχε τόσο θάρρος».

Επί Καποδίστρια πάρα πολλοί αγωνιστές υπέβαλαν προς τη Συνέλευση αιτήσεις και ζητούσαν να ληφθεί και για αυτούς κάποια πρόνοια. Στη συνέλευση παρουσιάστηκε η ίδια η Σάβαινα «η ηρωική Μανιάτισσα που είχε ζωστεί όπλα και είχε λάβει μέρος σε πολλές μάχες». Στην αναφορά της μεταξύ των άλλων έγραφε:

«Το στάδιον της πολεμικής δόξας είναι βέβαια δια τους άνδρας, όταν όμως είναι λόγος περί σωτηρίας της πατρίδος, όταν όλη σχεδόν η φύσις συντρέχει προς υπεράσπισίν της, αι γυναίκες της Ελλάδος έδειξαν πάντοτε ότι έχουν καρδίαν να κινδυνεύσουν συναγωνιζόμεναι ως οι άνδρες, ημπορούν να ωφελήσουν μεγάλως εις τας πλέον δεινάς περιστάσεις…»

Ο Καποδίστριας, για τις υπηρεσίες της, της έδωσε χορηγία και έβαλε τα παιδιά της στο ορφανοτροφείο που μόλις είχε συσταθεί. Ο Όθωνας όμως την εγκατέλειψε και ζούσε από τις συνδρομές των οικογενειών των αγωνιστών.

Όταν πέθανε το 1868 η κυρά Σάββαινα, έκαναν έρανο στο Ναύπλιο για να την θάψουν.

Δέσπω Σέχου-Μπότση

Οι ορδές του Αλή Πασά αφού εξόντωσαν τους Σουλιώτες από τα περισσότερα χωριά τους στις 23 Δεκεμβρίου 1803 στράφηκαν στη Ρηνιάσα. Η Ρηνιάσα είναι ένα μικρό χωριό σε μια πετρώδη περιοχή μεταξύ Πρέβεζας και Αρτας.

Εκεί είχαν καταφύγει μετά τη συνθηκολόγηση είκοσι εφτά σουλιώτικες οικογένειες χωρίς αρχηγό και κατά πλείστον γυναικόπαιδα. Οι Τουρκαλβανοί αποφάσισαν να τους εξοντώσουν και αυτούς. Η Ρηνιάσα δεν είχε ούτε άντρες να παρατάξει ούτε τείχη να αντιτάξει. Όμως το εχθρικό λεφούσι που την έζωσε βρήκε μια μόνη αντίσταση, όχι βέβαια αρκετή να τους αναχαιτίσει, αλλʼ ικανή για να σταθεί σύμβολο ηρωισμού στην ιστορία ενός υπόδουλου έθνους, με ηρωίδα τη Σουλιώτισσα Δέσπω Σέχου-Μπότση.

Η Δέσπω καταγόταν από τη φάρα των Σεχαίων κιʼ ήταν γυναίκα του Γιωργάκη Μπότση που σκοτώθηκε στο Σούλι. Απορφανεμένη και ξεσπιτωμένη καθώς βρέθηκε μετά τη συνθηκολόγηση η Δέσπω, πήρε τη φαμίλια της και τʼ άρματά της και τράβηξε κιʼ αυτή τον δρόμο της φυγής. Σαν έφτασε στη Ρηνιάσα κατέφυγε σε ένα παλιό πύργο που βρισκόταν στην άκρη του χωριού τον πύργο του Δημουλά, όπως τον έλεγαν.

Εκεί η Δέσπω αποφάσισε νʼ αντισταθεί. Να πέσει σκλάβα στα χέρια τους αμαχητί η καρδιά της δεν τοʼ λεγε. Σαν τους είδε από μακριά αρματώθηκε κιʼ αυτή και οι θυγατέρες της κιʼ οι νυφάδες της, έφραξαν γερά τη σιδερόπορτα του πύργου και πιάσανε από ψηλά τʼ ανοίγματα, μετατρέποντας έτσι τα παράθυρα του πύργου σε πολεμίστρες. Οι Τούρκοι προσπαθούν να παραβιάσουν την εξώπορτα, οι γυναίκες από πάνω τους ρίχνουν. Σε λίγο όμως ένα άνοιγμα του μαντρότοιχου τους αφήνει και μπαίνουν στον αυλόγυρο.

Οι γυναίκες εξακολουθούν να τους ρίχνουν. Αυτοί ορμούν με κραυγές προς τη σκάλα για νʼ ανεβούν στα πάνω δωμάτια, μα πριν προλάβουν να τις πιάσουν ζωντανές, όπως έλπιζαν, μια θεόρατη λάμψη κιʼ ένας κρότος τρομερός αντήχησε ολόγυρα. Ο κουρνιαχτός τους σώριασε κατάχαμα. Τι είχε γίνει. Η Δέσπω αφού αντιστάθηκε ως την τελευταία στιγμή, σύναξε γύρω τις κόρες, νυφάδες κι εγγόνια, έριξε χάμω όσο μπαρούτι τους είχε απομείνει κι αφού έστειλε από μακριά χαιρετισμό στο Σούλι, έβαλε φωτιά και κάηκαν όλοι.

Η θυσία της Δέσπως ενέπνευσε ποιητές συνθέτες και καλλιτέχνες. Και η λαϊκή μούσα απαθανάτισε τη θυσία της Δέσπως με τα αδρότερα χρώματα:

Της Δέσπως
Αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι.
Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μʼ αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.
- Γιώργαινα ρίξε τʼ άρματα, δεν είνʼ εδώ το Σούλι
εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.
- Το Σούλι κι αν προσκύνησε κι αν τούρκεψεν η Κιάφα
η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκανε δεν κάνει.
Δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:
Σκλάβες Τούρκων μη ζήσετε, παιδιά μαζί μʼ ελάτε.
Και τα φουσέκια ανάψανε κι όλοι φωτιά γενήκαν.

Μόσχω Λάμπρου Τζαβέλα

Η Μόσχω, η γυναίκα του Λάμπρου Τζαβέλα, γεννήθηκε στο Σούλι το 1760. Ήταν μετρίου αναστήματος, μελαχρινή κι ωραία και επέδειξε ψυχικό σθένος, δύναμη χαρακτήρα και φιλοπατρία, γι' αυτό κι είχε μεγάλο κύρος στη σουλιώτικη πολιτεία. Στις 20 Ιουλίου 1792, επικεφαλής 400 γυναικών, παρακολουθούσε από τις ράχες της Κιάφας τη μάχη των Σουλιωτών κατά του Αλή Πασά.

Μόλις είδαν μια αιφνίδια διακοπή των πυροβολισμών των μαχόμενων Σουλιωτών (ήταν μια μικρή ανακωχή ανάμεσα στους αντιμαχόμενους), οι γυναίκες νόμιζαν πως οι Σουλιώτες σκοτώθηκαν.

Τη σιγή την πήραν για ήττα των ανδρών τους, «οι άνδρες μας σταμάτησαν, φωνάζει η ηρωϊκή Μόσχω, θα σκοτώθηκαν. Σειρά μας τώρα». Και ευθύς 300 γυναίκες ένοπλες επιτίθενται εναντίον 3.000 Αλβανών.

Ο Φωτιάδης στον "Καραϊσκάκη" γράφει: «Τρακόσες άδραξαν τ' άρματα και χίμηξαν μπροστά με τη Μόσχω. Απάνω τους φώναζε η μια στην άλλη, απάνω τους, τι τα κοιτάμε τα σκυλιά; Αυτές δεν ήταν γυναίκες, μα μαινάδες. Ξεμαλλιασμένες ή ουρλιάζοντας με γυμνωμένα τα σπαθιά στα χέρια χύθηκαν να φάνε τους οχτρούς.

Οι Αληπασαλίδες, άμα τις είδαν να ροβολάνε κατά πάνω τους, τις άρχισαν στις βρισιές και στα αισχρόλογα. Τότες η Μόσχω η Τζαβέλαινα, μπροστά στον θάνατο, σηκώνει τα φουστάνια της και δείχνοντας τ' απόκρυφά της φωνάζει: Να ωρέ Τούρκοι, ελάτε αν σας κιοτάει!». Οι Αλβανοί μπροστά σε αυτό το θέαμα των μαχόμενων γυναικών έμειναν κατάπληκτοι, πανικοβλήθηκαν. Έριξαν τα όπλα κάτω για να είναι ελαφρότεροι και το 'βαλαν στα πόδια.

Η Μόσχω τους καταδιώκει, τρέχει προς τον πύργο που τον υπεράσπιζε ο ανιψιός της Κίτσος Τζαβέλας, τον βλέπει νεκρό. Η Μόσχω σκύβει, τον φιλάει, βγάζει την ποδιά της, του σκεπάζει το πρόσωπο και συνεχίζει την καταδίωξη. Ανάμεσα στις γυναίκες είναι και η Σόφω η κόρη της Τζαβέλαινας.
Ο Αλή Πασάς ντροπιασμένος καβαλάει το άτι του και φεύγει στα Γιάννενα.

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης απαθανάτισε τη σκηνή της φυγής με τους γνωστούς στίχους : «Τ' άλογο! τ' αλογο, Ομέρ Βρυώνη, το Σούλι εχύμησε και μας πλακώνει. Τ' άλογο, τ' άλογο, ακούς σφυρίζουν, ζεστά τα βόλια τους μας φοβερίζουν...».

Η Μόσχω πέθανε μεταξύ των ετών 1795-1803. (αδιευκρίνιστο)

Δέσπω Φώτου Τζαβέλα

Ο Γιάννης Βλαχογιάννης στο βιβλίο του «Ιστορική Ανθολογία» γράφει πως στον Κάλαμο, το μικρό νησί κοντά στο Θιάκι, είχαν καταφύγει πολλοί Σουλιώτες. Ανάμεσά τους ήταν και η Δέσπω η Τζαβέλαινα, του Φώτου η γυναίκα, η θαυμαστή από τους πολέμους του Σουλίου με τον Αλή Πασά πριν από το 1821.

Τώρα όμως άλλος γινόταν πόλεμος, ίσα σκληρός και πιο μεγάλος. Οι Σουλιώτες πέρασαν από τα Επτάνησα κατά το 1823 και πολεμάνε μαζί με τόσα άλλα αδέλφια τους. Μαζί τους ήτανε και της Τζαβέλαινας οι γιοι, ο Κίτσος και ο Ζυγούρης.

Ξαφνικά έρχεται η είδηση ότι σκοτώθηκαν οι γιοι της. Οι Σουλιώτισσες αρχίζουν το κλάμα, το ξεφωνητό και τα μαλλιοτραβήγματα. Ξαφνικά η Δέσπω τινάχτηκε ορθή, έριξε πίσω τα μαλλιά της, σφούγγισε τα δάκρυά της και είπε: "Παύτε ωρέ τα κλάματα. Πάσχα έρχεται, σηκωθείτε τώρα να βάψουμε τ' αυγά, τι είναι αμαρτία κι ο θεός μπορεί να μας οργιστεί".

Από σεβασμό σηκωθήκανε οι άλλες κι αρχίσανε τη δουλειά. Ξαφνικά έρχεται κάποιος και λέει πως είναι ψέματα, δεν σκοτώθηκα μόνο ο ένας τραυματίστηκε λίγο. Τότε η Δέσπω είπε: Σε ευχαριστώ Θεέ μου που μου τους φύλαξες, μα εγώ πάντα τους έχω ξεγραμμένους.

Ο Βλαχογιάννης λέει ακόμα, πως η Δέσπω η Τζαβέλαινα του Φώτου η γυναίκα, έζησε ύστερα ως τα πρώτα χρόνια του Όθωνα και στον 'Επαχτο.
Για τη Δέσπω Φώτου Τζαβέλα γράφει και η Καλλιρρόη Παρρέν: Στην Κέρκυρα η ρωσική κυβέρνηση πήρε απόφαση να σχηματίσει εξ αυτών (των Σουλιωτών) στρατιωτικόν σώμα, το οποίον εσκόπευε να χρησιμοποιήσει σε δεδομένη στιγμή.

Η Κέρκυρα και όλη η Επτάνησος διετέλη υπό ρωσικήν προστασίαν. Διετάχθη λοιπόν ο εκεί Ρώσος στρατηγός Ανρέπ να σχηματίσει οκτώ νέους λόχους από Σουλιώτες εθελοντές, εις τους οποίους διόρισε αξιωματικούς Σουλιώτες. Ο Φώτος Τζαβέλας, ο Δαγκλής, ο Ζέρβας, ο Δράκος κ.ά. Στρατολόγησε και γυναίκες. Ούτω η σύζυγος Φώτου Τζαβέλλα ήταν ανώτερη αξιωματικός λόχου εις τον οποίον είχε ταχθεί ο σύζυγός της ως λοχαγός. Έλαβε βαθμό ταγματάρχου σε λόχο που ήταν ο άνδρας της λοχαγός...

Αλεφαντώ, η Μεσολογγίτισσα

Κάτω από την – κατ’ ανάγκη – ανδρική της ενδυμασία κρυβόταν μια ψυχή που αψηφούσε κάθε είδος κινδύνου και κακουχίας μεταδίδοντας θάρρος στους άντρες πολιορκημένους. Χήρα η ίδια, συνελήφθη κατά την έξοδο του Μεσολογγίου μαζί με την μικρή της κόρη.

Δόμνα Βισβίζη

Δόμνα Βισβίζη, η Θρακιώτισσα καπετάνισσα, χήρα με τέσσερα παιδιά: Ανέλαβε η ίδια τη διακυβέρνηση του πολεμικού σκάφους «Καλομοίρα», όταν ο άντρας της σκοτώθηκε, και συνέχισε τις επιχειρήσεις κατά των Τούρκων. Πέθανε στον Πειραιά το 1845.

Χαρίκλεια Δασκαλάκη, η ατρόμητη Κρητικιά:  Νοέμβρης 1864. Ο αγώνας των Κρητικών έχει κορυφωθεί κι εκεί ψηλά στη Μονή Αρκαδίου θα γραφτεί μία χρυσή σελίδα στο βιβλίο των αγώνων του κρητικού λαού.

Από μήνες τώρα η Μονή έχει γίνει το κρησφύγετο της Επαναστατικής Επιτροπής και δεν είναι μόνον τούτο, αλλά και οικογένειες ολόκληρες κυνηγημένες από τους Τούρκους έχουν έρθει στο Μοναστήρι για να βρουν καταφύγιο.

Ο Μουσταφά πασάς τα ξέρει όλα, γι' αυτό και στέλνει μήνυμα απειλητικό στον ηγούμενο Γαβριήλ "ή θα τους διώξεις όλους ή θα τινάξω το μοναστήρι στον αέρα". Η Επαναστατική Επιτροπή συνέρχεται αμέσως για να αποφασίσει. Τα κυριότερα πρόσωπα είναι: ο ηγούμενος Γαβριήλ, οι οπλαρχηγοί Βενιανάκης, Κορωναίος, Δημακόπουλος και μία γυναίκα, η Χαρίκλεια Δασκαλάκη, μητέρα, κόρη και γυναίκα αγωνιστών που διακρίνεται για τη λεβεντιά της και τη σθεναρή της απόφαση να πολεμήσει.

Στην Επιτροπή συζητούν αν θα πρέπει να παραδοθούν ή να πολεμήσουν σε περίπτωση τούρκικης επίθεσης. Η Χαρίκλεια είναι σύμφωνη να συνεχίσουν τον αγώνα. Έπειτα συζητιέται το ζήτημα των γυναικόπαιδων.

Να τα διώξουν για να μη σταθούν εμπόδιο στους αγωνιστές, ή να μείνουν; Αποφασίζεται να μείνουν και όποια τύχη περιμένει τους άνδρες την ίδια να αντιμετωπίσουν και τα γυναικόπαιδα. Μετά σκέπτονται πώς θα οργανώσουν την άμυνα. Μερικούς στέλνουν κρυφά τη νύχτα για να οργανώσουν την απέξω βοήθεια. Αναμετρώντας τις δυνάμεις τους βλέπουν ότι οι Τούρκοι είναι μιλιούνια, ενώ εκείνοι μόνο 964 όλο κι όλο κι από αυτούς μόνο 325 πολεμιστές, τα άλλα γυναικόπαιδα. Αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να στείλουν την απάντηση στον Μουσταφά: «Ο όρκος και το σύνθημά μας είναι Ένωση με την Ελλάδα ή Θάνατος».

Λίγες ώρες αργότερα το Μοναστήρι βρίσκεται κυκλωμένο από χιλιάδες Τούρκους. Ο Μουσταφά τους ξαναπροτείνει να παραδοθούν και οι πολιορκημένοι απαντούν: «Μόνο νεκροί θα παραδοθούμε». Η μάχη αρχίζει, οι Κρητικοί πολεμάνε με ηρωϊσμό ημιθέων, οι γυναίκες και τα παιδιά αυτές τις ώρες παίζουν σπουδαίο ρόλο. Πολλές, όπως η Χαρίκλεια, κρατάνε όπλα, άλλες βοηθάνε τους αγωνιστές, ετοιμάζουν φυσίγγια, κουβαλάνε μπαρούτι, νερό και τρόφιμα.

Όταν κάποτε ρώτησαν τη Χαρίκλεια πώς τα κουβαλούσαν τα πολεμοφόδια, απάντησε: «Με τσι ποδιές των και σε κόσκινα». Όλη τη μέρα η Χαρίκλεια πολεμά και συγχρόνως με λόγια θερμά εμψυχώνει τους αγωνιζόμενους. Για μία στιγμή η ελληνική σημαία που κυματίζει πλάι στο λάβαρο πέφτει, η Χαρίκλεια μέσα από βροχή σφαιρών τρέχει και την ξαναστηλώνει.

Σε λίγο η σημαία διάτρητη από σφαίρες ξαναπέφτει, η Χαρίκλεια με κίνδυνο της ζωής της τη σήκωσε, τη φίλησε και την έκρυψε κάτω από τα φουστάνια της για να την παραδώσει ύστερα σαν ιερό κειμήλιο.

Στις 8 Νοεμβρίου ο Μουσταφά βρίσκεται πολύ κοντά τους και με στραμμένο το κανόνι του προς την πόρτα του μοναστηριού. Ρίχνει μια πρώτη, η πόρτα του μοναστηριού τρίζει, με τη δεύτερη η πόρτα εξαρθρώνεται. Με το τίναγμα της πόρτας οι Τούρκοι ορμούν μέσα κραδαίνοντας τα γιαταγάνια τους. Ανδρικά και γυναικεία στήθη προβάλουν την τελευταία αντίσταση.

Ο άνισος αγώνας συνεχίζεται στην αυλή του μοναστηριού. Το αίμα έχει πήξει και η Χαρίκλεια με τον γιο της και την κόρη της Ελένη είναι ταμπουρωμένη μέσα σε ένα κελί και ρίχνουν στον εχθρό. Μια σφαίρα που 'ρχεται γι' αυτήν παίρνει τον Κωσταντή στο πόδι. Ο Κωνσταντής ουρλιάζει από τον πόνο, η Χαρίκλεια γυρίζει ψύχραιμη και του λέει: «Για τόσο πράγμα γιε μου φωνάζεις, θα σ' ακούσουν και θα πουν πως φοβηθήκαμε».
Τα κελιά-οχυρά πέφτουν το ένα πίσω από το άλλο.

Οι Κρητικοί θερίζονται μα κι οι Τούρκοι δεν πάνε πίσω. Τώρα ο Γαβριήλ είναι έτοιμος να εκτελέσει το μεγάλο του σχέδιο. Πολλές γυναίκες, κορίτσια κι αγόρια τρέχουν στο λαγούμι για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Ο αγωνιστής Γιανγκουδάκης με την κουμπούρα του γεμάτη και στραμμένη προς το μπαρούτι κάνει μια τελευταία ερώτηση στο πλήθος: «θέλετε να παραδοθείτε ή να πεθάνετε;». "Φωτιά καλύτερα" φωνάζουν τα γυναικόπαιδα. Η κουμπούρα αδειάζει στην πυριτιδαποθήκη και το μοναστήρι με Τούρκους και δικούς τινάζεται στον αέρα. Πυκνός καπνός και φλόγες σκεπάζουν τα πάντα. Πέτρες, ξύλα και ανθρώπινα μέλη εκσφενδονίζονται.

Η Χαρίκλεια αιχμαλωτίζεται και μαζί της κι άλλες γυναίκες. Όμως στον δρόμο δραπετεύει και σώζεται για να δει ύστερα από λίγα χρόνια τα παιδιά της να πέφτουν το ένα κοντά στο άλλο για την πατρίδα.

Μαριγώ Ζαραφοπούλα

Μία περίπτωση γυναίκας που είχε κάποια σχέση με τη Φιλική Εταιρία είναι η Μαριγώ Ζαραφοπούλα, που για τη δράση της και τη συμβολή της στον αγώνα μιλάνε τα τέσσερα πιστοποιητικά που υπάρχουν στον φάκελό της στο «Αρχείον Αγωνιστών» της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Η Μαριγώ ήταν από τα Ταταύλα της Κωνσταντινούπολης.

Στις παραμονές της Επανάστασης, όταν βρίσκονταν στην Πόλη οι Φιλικοί Παπαφλέσας, Χρυσοσπάθης, Περραιβός και Λεμονής και συσκέπτονταν πώς να αντιμετωπίσουν την προδοσία του Ασημάκη, «η κυρία Μαριγώ Ζαραφοπούλα χριστιανή ορθόδοξος, συνετέλεσε πολύ εις τους σκοπούς της Εταιρίας περιφερομένη από οικίαν εις οικίαν δια να μαθαίνει και να μας ειδοποιεί παν ό,τι επαπειλούσε την καταστροφήν των ενεργουμένων, δια της προδοσίας του Ασημάκη. Αν επρολήφθησαν τα πάντα αποτελέσματα τα οποία έμελλον τότε να προκύψωσι ως εκ του περιστατικού της προδοσίας, τούτο οφείλεται κατά μέγα μέρος εις την επαγρύπνισήν της και εις τον πατριωτικόν της ζήλο.

Μετά την αναχώρησιν ημών των εταιριστών δια την Ελλάδαν η Μαριγώ έμεινε εις Κωνσταντινούπολιν, εργαζόμενη με απαραδειγμάτιστον πατριωτισμόν και δια χρηματικών δαπανών υπέρ της πατρίδος. Επροδόθη παρά των εχθρών ως λαβούσα μέρος εις την Εταιρίαν, εφυλακίσθη και εξορίσθη, υπέφερε εις την εξορίαν άπειρα δεινά.

Συνετέλεσε εις την δραπέτευσιν των αοιδίμων υιών του Π. Μαυρομιχάλη, κρατουμένων παρά της Οθωμανικής εξουσίας, κατατρεχθείσα δια τούτο παρά της εξουσίας. Διεσώθη εις Βλαχομπογδανίαν μετά πολλούς κινδύνους και έξοδα. Εκείθεν μετέβη εις Υδραν».

Όταν εισέβαλαν οι Αιγύπτιοι στην Πελοπόννησο, η Μαριγώ και πάλι εστάλη σε διάφορα μέρη όπου εκρατούντο αιχμάλωτοι, έδωσε και έλαβε γράμματα. Και ακόμα «όταν τα ελληνικά όπλα και το υπό την οδηγίαν του συνταγματάρχου Φαβιέρου πεζικόν υπέφερε εν Καρύστω, η μνησθείσα κυρία δι' ίδίων της χρημάτων εφόρτωσε από τις Σπέτζες μίαν γολέταν με παξιμάδια και τα επήγε η ίδια εις Κάρυστον».

Όλα αυτά τα βεβαιώνουν: Π. Νοταράς, Π. Μαυρομιχάλης, Ιωάννης Θ. Κολοκοτρώνης, κ.ά.

Αυτά τα τέσσερα πιστοποιητικά η Μαριγώ Ζαραφοπούλα τα υπέβαλε με μία αίτηση στην «Εξεταστική επί του Ιερού Αγώνος Επιτροπή» και ζητούσε σύνταξη. Η αίτηση φέρει ημερομηνία 19 Απριλίου 1865. Και για την «αγράμματη Μαριγώ» υπογράφει ο Χ. Τζαβέλας. Στην αίτησή της παραπονείται ότι άλλοι που πρόσφεραν πολύ λιγότερα απ' αυτήν και τον άνδρα της πήραν σύνταξη. Και αυτή, που στερείται ακόμα και αυτού του επιουσίου, δεν έλαβε τίποτα.

Αντωνούσα η Οπλαρχηγός

Η περιβόητη Αντωνούσα Καστανάκη ή Καστανοπούλου από το χωριό Κερά Κισσάμου το 1866 ήταν 22 χρόνων. Μια μέρα οι Τούρκοι πήγαν στον πατέρα της και του ζήτησαν ένα βόδι πεσκέσι για τους Τούρκους του Καστελιού και αν δεν το πήγαινε την ημέρα που του όρισαν, θα σκότωναν την επομένη αυτόν και τα κοπέλια του.

Τʼ άκουσε αυτό η Αντωνούσα και εμπόδισε τον πατέρα της να δώσει το βόδι, τον έπεισε μάλιστα να φύγει με την οικογένεια και όλα τα ζωντανά του στα Εννιά Χωριά όπου δεν πατούσε εύκολα τούρκικο πόδι.

Την επομένη το πρωί έφτασε ο Τούρκος, βρήκε την πόρτα κλειστή και φώναξε. Η Αντωνούσα ανεβασμένη σε μια συκιά τον πυροβόλησε. Εκείνος σωριάστηκε, πυροβόλησε με τη σειρά του αλλά αστόχησε και η Αντωνούσα πήρε το γιαταγάνι του και τουʼ κοψε το κεφάλι. Ύστερα ζώστηκε τʼ άρματα και βγήκε στο βουνό όπου συνάντησε τους επαναστάτες. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες κατά τον τριετή πόλεμο του 1866-69 και αργότερα στα 1879 στο σώμα του οπλαρχηγού Δημ. Κωναταντουλάκη. Οι Τούρκοι την κυνήγησαν αλλά ποτέ δεν μπόρεσαν να την πιάσουν.

Το 1882 αποφεύγοντας τη δίωξη κατέφυγε στην Αθήνα. Παρουσιάστηκε στον βασιλιά Γεώργιο Αʼ που την ανεκήρυξε οπλαρχηγό. Με την ιδιότητά της αυτή και με σώμα αντρών που είχε συγκροτήσει η ίδια, πήρε μέρος στους ηπειρωτικούς αγώνες. Φορούσε πάντα την ανδρική κρητική στολή της εποχής, τις βράκες. Έτσι το 1911 που επισκέφτηκε το χωριό της χρειάστηκε να δείξει το στήθος της για να πιστέψουνε πως είναι γυναίκα. Πέθανε στον Πειραιά το 1918.

Ιδανικό τέλος για ένα αφιέρωμα στις μεγάλες Ελληνίδες του Γένους μας  που δε δίστασαν μπρος στον κίνδυνο, όσο μεγάλος και αν ήταν, αλλά πρόταξαν πάνω και πέρα απ’ όλα το καλό της πατρίδας και των συνανθρώπων τους, είναι  οι παρακάτω στίχοι δημοτικού τραγουδιού.

«Λεοντόκαρδες γυναίκες όμορφες, δυναμικές, καπετάνισσες γενναίες πάντοτε ηρωικές. Πολεμήσατε σαν άντρες δε σκιαχτήκατε εχθρό λευτεριά για την Ελλάδα είχατε πάντα σκοπό. Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα και Μαντώ του Μαυρογένους πλοία δώσατε και χρήμα για τη λευτεριά του γένους. Θε να μείνετε για πάντα σ’ όλων μέσα τις καρδιές σαν παράδειγμα Ελληνίδων σε στιγμές ηρωικές».

Όπως έλεγε μάλιστα ο Κολοκοτρώνης στους στρατιώτες του: «Αν φροντίζεις για το κοινό καλό, το καλό αυτό θα συμπεριλάβει κι εσένα..» 
 
 
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου