Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

1 Η αγάπη της μάνας μπορεί να νικήσει...

Είναι εκείνη που θα σταθεί στο πλευρό σου,όταν την έχεις ανάγκη, 

Είναι το πιάτο το φαγητό,την ώρα που θα πεινάς. 
Το κρεβάτι την ώρα που θα νυστάζεις.
Η παραπανίσια κουβέρτα όταν πιάνει ψύχρα την νύχτα. 
Είναι η ζεστασιά, το καταφύγιο σου.
Είναι εκείνη που θέλεις δίπλα σου όταν σε πιάνει το παράπονο.

Η πρώτη ιστορία είναι ένα παραμύθι που γράφτηκε για να υμνήσει την αγάπη της μάνας προς το παιδί της... Αγάπη ανιδιοτελής , ειλικρινής που δεν ξεθωριάζει στο πέρασμα του χρόνου. Αγάπη αυθεντική, που όλα τα υπομένει.

Η δεύτερη είναι αληθινή ιστορία που διαδραματίστηκε λίγες ώρες μετα από σεισμό στην Ιαπωνία, πριν λίγους μήνες. Θα μπορούσε να είναι και αυτή ένα παραμύθι, όμως ... δεν είναι. Είναι η πραγματικότητα που μας θυμίζει πως τα παραμύθια δεν είναι πάντα μύθος.


Βάλτε την μουσική να παίζει και ταξιδέψτε μαζί της στις δυο μας ιστορίες...



Η μητέρα του είχε μόνο ένα μάτι.

Ντρεπόταν γι’ αυτήν, κι ώρες – ώρες τη μισούσε. Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στη φοιτητική λέσχη. Μαγείρευε για τους φοιτητές και τους καθηγητές για να βγάζει τα έξοδά τους. Δεν ήθελε να του μιλάει, για να μη μαθαίνουν ότι είναι παιδί μιας μητέρας με ένα μάτι, μονόφθαλμης. 
Οι φοιτήτριες έφευγαν γρήγορα, όποτε την έβλεπαν να βγαίνει για λίγο από την κουζίνα κι έλεγαν πως δεν άντεχαν το θέαμα και πως τους προκαλούσε μια ανυπόφορη ανατριχίλα. Μα, από μικρός είχε πρόβλημα με την εικόνα της μητέρας του! 
Μια μέρα όταν ακόμη πήγαινε στο Δημοτικό, πέρασε αυτή στο διάλειμμα να του πει ένα «γεια», ένιωσε πολύ ταπεινωμένος! Πως μπόρεσε να του το κάνει αυτό; αναρωτιόταν. Την αγνόησε.Της έριξε μόνο ένα βλέμμα όλο μίσος κι έτρεξε μακριά!

Την επόμενη μέρα ένας από τους συμμαθητές του φώναξε: «Εεεεε, η μητέρα σου έχει μόνο ένα μάτι!» Ήθελε να πεθάνει! Ήθελε να εξαφανιστεί! Και όταν γύρισε σπίτι του, της είπε: «Άν είναι όλοι να γελάνε μαζί μου εξαιτίας σου, τότε καλύτερα να πεθάνεις!» Αυτή δεν του απάντησε. «Δεν μ’ ένοιαζε τι είπα ή τι αισθάνθηκε, γιατί ήμουν πολύ νευριασμένος», έλεγε πολλά χρόνια μετά σ’ ένα φίλο του. 
«Ήθελα να φύγω από κείνο το σπίτι και να μην έχω καμία σχέση μαζί της. Διάβασα πάρα πολύ σκληρά με σκοπό να φύγω μια μέρα μακριά της για σπουδές. Και τα κατάφερα. Μα λίγο μετά ήρθε κι έπιασε αυτή τη δουλειά στη φοιτητική λέσχη. Δεν μπορούσε να πάει κάπου άλλού;»

Αργότερα παντρεύτηκε! Αγόρασε δικό του σπίτι. Έκανε δύο παιδιά κι ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του, τα παιδιά του, τη γυναίκα του και τη δουλειά του. Και για τη μάνα του, τσιμουδιά σε κανένα! Μια μέρα – μετά από χρόνια απουσίας, όπως ο ίδιος ήθελε – η μητέρα του πήγε να τον επισκεφτεί. Δεν είχε δει από κοντά τα εγγόνια της. Και μόλις εμφανίστηκε στη πόρτα, τα παιδιά του άρχισαν να γελάνε. Έξαλλος αυτός επειδή είχε πάει χωρίς να του το ζητήσει και χωρίς να τον προειδοποιήσει, της φώναξε: «Πώς τολμάς να έρχεσαι ξαφνικά εδώ στο σπίτι μου και να τρομάζεις τα παιδιά μου; Βγες έξω! Φύγε!.» Η μητέρα του απάντησε γαλήνια: «Αχ, πόσο λυπάμαι Κύριε! Μάλλον μου δώσανε λάθος διεύθυνση»! Κι εξαφανίστηκε, χωρίς να καταλάβουν τα μικρά, πως ήταν η γιαγιά τους.

Πέρασαν χρόνια και μια μέρα έλαβε μια επιστολή – πρόσκληση για τη σχολική συγκέντρωση της τάξης του από το Δημοτικό σχολείο που θα γινόταν στην πόλη που γεννήθηκε! Είπε ψέματα στη γυναίκα του, ότι θα έκανε ένα επαγγελματικό ταξίδι και πήγε. Όταν τελείωσε η συγκέντρωση των συμμαθητών, πήγε στο σπίτι που μεγάλωσε, μόνο και μόνο από περιέργεια. Οι γείτονες του είπαν ότι η μητέρα του είχε πολύ πρόσφατα πεθάνει. Δεν έβγαλε ούτε ένα δάκρυ στο άκουσμα του θανάτου της μάνας του. Του έδωσαν ένα γράμμα που είχε αφήσει γι αυτόν. Έγραφε:

«Αγαπημένε μου γιε, σε σκέφτομαι συνέχεια. Λυπάμαι που ήρθα σπίτι σου και φόβισα τα παιδιά σου...’Εμαθα ότι έρχεσαι για τη σχολική συγκέντρωση κι ένιωσα πολύ χαρούμενη. Αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να μην είμαι σε θέση να σηκωθώ από το κρεβάτι για να έρθω να σε δω, έστω κι απ’ την πόρτα. Εγραψα αυτό το γράμμα να στο δώσουν αν δεν με προφτάσεις. Στεναχωριέμαι που σε έφερνα σε δύσκολη θέση και ντρεπόσουν για μένα τη μονόφθαλμη. Αλλά, βλέπεις, όταν ήσουν πολύ μικρός, είχες ένα πολύ σοβαρό ατύχημα κι έχασες το μάτι σου. Δεν μπορούσα να σκεφθώ ότι θα μεγαλώσεις και θα ζήσεις με ένα μάτι. Έτσι, σου έδωσα το δικό μου. Ήμουν τόσο περήφανη που ο γιος μου θα έβλεπε τον κόσμο με τη δική μου βοήθεια, με το δικό μου μάτι, αψεγάδιαστος … Έχεις πάντα όλη την Αγάπη μου! ... Η μητέρα σου »


κι όμως η ζωή δεν είναι παραμύθι...

Έχοντας πλέον ο σεισμός υποχωρήσει, διασώστες φτάνουν στα ερείπια του σπιτιού μιας νεαρής γυναίκας κι αντικρύζουν το πτώμα τηςμέσα στα χαλάσματα. Η στάση του σώματός της όμως ήταν σχετικά περίεργη, θυμίζοντας κατά πολύ την στάση που παίρνει πιστός έχοντας λυγίσει στα γόνατά του για να λατρέψει και να προσευχηθεί τον Θεό του.

Το σώμα τη είχε κλίση προς τα εμπρός, με τα δύο χέρια της να έχουν την μορφή υποστήριξης από ένα άγνωστο -ωστόσο στην όψη- αντικείμενο. Τα συντρίμια του σπιτιού, είχαν καταπλακώσει την πλάτη και το κεφάλι της.


Αντιμετωπίζοντας όλες αυτές τις δυσκολίες, ο αρχηγός της ομάδας διάσωσης, αποφασίζει να βάλει το χέρι του μέσα από ένα στενό άνοιγμα στον τοίχο για να φτάσει το σώμα της άτυχης γυναίκας. Είχε ακόμη μέσα του την ελπίδα ότι αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να είναι ζωντανή.

Ωστόσο, τόσο το κρύο δέρμα όσο και η ακαμψία του σώματος, μαρτυρούσαν πως η γυναίκα είχε σίγουρα πεθάνει. Ο ίδιος μαζί με την υπόλοιπη ομάδα άφησαν αυτό το σπίτι και κατευθύνθηκαν στα υπόλοιπα, αναζητώντας τα επόμενα υπό κατάρρευση κτίρια.

Κάποιοι ανεξήγητοι όμως λόγοι, παρακινούσαν τον αρχηγό της ομάδας να επιστρέψει στο κατεστραμέννο σπίτι της νεκρής γυναίκας, καθώς μια εντυπωσιακή δύναμη τον καλούσε πίσω...
Έτσι κι έγινε. Πλησίασε, γονάτισε και έβαλε ξανά το χέρι του ανάμεσα στο άνοιγμα που είχε εντοπίσει πριν, αναζητώντας ένα μικρό κενό κάτω από το νεκρό σώμα. Ξαφνικά, άρχισε να φωνάζει με ενθουσιασμό! «Είναι ένα παιδί! Υπάρχει ένα παιδί!»

Όλη η ομάδα συγκεντρώθηκε γύρω του και προσεκτικά αφαίρεσε τις σωρούςτων γκρεμισμένων τμημάτων του σπιτιου, γύρω από την άτυχη γυναίκα. Πράγματι, μπροστά τους πλέον, υπήρχε ένα τριών μηνών αγοράκι, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα με μοτίβα άνθεων, κάτω από το νεκρό σώμα της μητέρας του.

Προφανώς, η γυναίκα είχε πραγματοποιήσει μια υπεράνθρωπη θυσία για την διάσωση του γιου της. Όταν όμως αντιλήφθηκε πως το σπίτι κατέρρεε, χρησιμοποίησε το σώμα της για να δημιουργήσει ένα αυτοσχέδιο κάλυμμα προστασίας για τον γιό της. Το μικρό αγοράκι, κοιμόταν ακόμα ήρεμο και γαλήνιο, ενώ ο επικεφαλής της ομάδας διάσωσης τον είχε πλέον στα χέρια του και τον απομάκρυνε από τα χαλάσματα.

Ο γιατρός, κατέφθασε γρήγορα για να εξετάσει το μικρό αγόρι. Αφού άνοιξε την κουβέρτα, εντόπισε ένα κινητό τηλέφωνο.Υπήρχε ένα μήνυμα κειμένου στην οθόνη που έγραφε: «Εάν καταφέρεις να επιζήσεις, να θυμάσαι μόνο ότι σ 'αγαπώ.»


Eπιμέλεια κειμένου - φωτογραφιών: Νεκτάριος Ιντζές


Πηγή: e-charity.gr
 

1 σχόλια:

stratos lolos είπε...

h agaph ths manas einai mia kai monadikh..

Δημοσίευση σχολίου