Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

0 Δύσκολοι καιροί για επανάσταση, πατέρα… (Μέρος 1ο)

«Εγώ θα πάω!»
«Δεν έχεις να πας πουθενά!»
Μέσα στο παραγεμισμένο με κάθε λογής μπιμπελό σαλόνι και δίπλα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, απόγευμα Δεκέμβρη, τα αίματα ανάμεσα σε πατέρα και κόρη είχαν ανάψει για τα καλά.
«Κι όμως θα πάω! Δε μπορείς να κάνεις τίποτα για να με εμποδίσεις!»
Ο Σάββας αναστέναξε καθώς οι φλέβες στα πλάγια του μετώπου του είχαν φουσκώσει επικίνδυνα.
«Τι δουλειά έχεις εσύ με τους αναρχικούς, παιδάκι μου; Δεν βλέπεις στην τηλεόραση τι γίνεται; Τι δουλειά έχεις να τρέχεις στις πορείες; Τι σε νοιάζει εσένα;»
«Τι με νοιάζει εμένα; Δεν περίμενα ποτέ να μου πεις τέτοια κουβέντα, μπαμπά!»
Τα μάτια της Ευτυχίας έκαιγαν.
«Δηλαδή εσένα δε σε νοιάζει; Κι αν είχε συμβεί σε μένα; Κι εγώ δεκαέξι χρόνων είμαι. Την ίδια ηλικία με το Γρηγορόπουλο έχω. Αν είχε συμβεί σε μένα; Τότε μόνο θα σε ένοιαζε;»
«Γιατί να συμβεί σε σένα; Αυτά συμβαίνουν μόνο σε όσους πάνε γυρεύοντας. Αν ζεις μια ήσυχη ζωή και δεν ενοχλείς κανένα, τίποτα δεν έχεις να φοβηθείς…»
Η Βάσω κοίταγε μια τον άντρα της και μια την κόρη της. Οι λέξεις την έπνιγαν κι ήθελαν να βγουν, ωστόσο δε μίλαγε. Αλήθεια, ο άντρας της ήτανε αυτός;
«Βέβαια», κάγχασε η Ευτυχία ειρωνικά. «Διότι σε έχουν πείσει πως πρέπει έτσι να ζεις, αλλιώς οι μπάτσοι έχουν κάθε δικαίωμα να βγάζουν ένα όπλο και να σε πυροβολούνε!»
«Μη μου αντιμιλάς εμένα!» ύψωσε τη φωνή του ο Σάββας κουνώντας το χέρι του.
«Βασικά, όχι μόνο δε θα σου αντιμιλήσω ποτέ ξανά, αλλά ούτε και θα σου μιλήσω ποτέ ξανά! Αποκλείεται να είσαι ο δικός μου πατέρας εσύ! Αποκλείεται να ήσουνα εσύ μέσα στο Πολυτεχνείο!»
«Ευτυχία σε προειδοποιώ! Μη συνεχίζεις αυτή τη συζήτηση! Μη συγκρίνεις ανόμοιες καταστάσεις. Τότε είχαμε χούντα. Τώρα ποιος ο λόγος να κάνεις επανάσταση; Καταλαβαίνεις τι πάει να πει χούντα; Δικτατορία, φασισμός…».
«Ενώ τώρα έχουμε δημοκρατία!!!», τον διέκοψε εκείνη γελώντας ειρωνικά.
Έπειτα, έβαλε την τσάντα της στους ώμους, κατευθύνθηκε προς την πόρτα κι έφυγε βροντώντας την.
«Ορίστε!», αναφώνησε ο Σάββας στην γυναίκα του. «Ορίστε νεολαία! Που θα μου πει εμένα για το Πολυτεχνείο και για τη χούντα. Δεν έχουνε περάσει δυσκολίες και γι’ αυτό μιλάνε… Κάτσε να βγούνε πρώτα στη ζωή, να φάνε μερικά χαστούκια, να δούνε πως βγαίνει ο επιούσιος και μετά ας έρθει η μοσχαναθρεμμένη μας να μου πει τι με νοιάζει και τι όχι!»
Η Βάσω κούνησε το κεφάλι της και δεν απάντησε, μόνο τον κοιτούσε διερευνητικά.
«Δε μιλάς, ε;»
«Τι να σου πω, Σάββα; Ώρες-ώρες δε σε αναγνωρίζω!»
«Μπα;»
«Δηλαδή τι είναι η ζωή, βρε Σάββα; Οκτώ ώρες μέσα στο δικηγορικό γραφείο κάθε μέρα και καμιά βόλτα ως το δικαστήριο;»
Σηκώθηκε από την πολυθρόνα της και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο της μικρής. Κάθισε στο γραφείο της κι έβαλε τα κλάματα. Όχι, δεν ήταν αυτός ο άντρας που είχε ερωτευτεί το 1970 στη Νομική. Αυτός είχε μακριά μαλλιά και άκουγε Ντύλαν. Αυτός, την τραβούσε στις συγκεντρώσεις της Ε.Φ.Ε.Ε.. Αυτός, την τράβαγε και στην Πλάκα που είχανε εκθέσει σε λαϊκό προσκύνημα τη σωρό του Σεφέρη. Αυτός και στη Λεωφόρο Αμαλίας που θα πέρναγε η πομπή για το Α΄ Νεκροταφείο. Αυτός της ψιθύριζε στο αφτί «Λίγο ακόμη υπομονή κι οι μυγδαλιές θα ανθίσουν…». Αυτός ήταν που πρώτος μπήκε στην κατάληψη της Νομικής κι αυτή στο σπίτι μόνη, έκλαιγε και προσευχόταν για κείνον. Αυτός ήταν που πρώτος μπήκε και στο Πολυτεχνείο κι εκείνη τον ακολούθησε. Δεν μπορούσε να τον αφήσει μόνο τώρα που έσφιγγαν τα πράγματα… Αυτός ήτανε ο αγωνιστής, ο επαναστάτης κι εκείνη πάντα δίπλα του, να του κρατά το χέρι ή να του σκουπίζει τα αίματα. Αυτός αγωνιζόταν κι εκείνη πάντα εκεί…
Και πέρασαν τα χρόνια, τελείωσε η Νομική, τελείωσαν και οι επαναστάσεις. Κατέβηκαν ξανά στην Κρήτη, άνοιξαν δικηγορικό γραφείο στο κέντρο του Ηρακλείου με έπιπλα από καρυδιά και καναπέδες με μαύρο δέρμα, παντρεύτηκαν, έκαναν την Ευτυχία κι αυτή ήταν πια η ζωή τους. Δουλειά σπίτι, σπίτι δουλειά. Η μόνη ευτυχία που υπήρχε πια στο σπίτι τους, ήτανε η κόρη τους…
Εκείνη με τα χρόνια αποσύρθηκε. Η δικηγορία κάθε άλλο παρά τη γέμιζε πλέον. Προτίμησε να ασχοληθεί με την μικρή της, με τα διαβάσματά της και να την πηγαινοφέρνει στα εξωσχολικά. Άφησε τον άντρα της να κάθεται στο γραφείο από καρυδιά και να αναλαμβάνει τα συναινετικά διαζύγια. Κι όταν γύρναγε στο σπίτι, έπαιρνε τη συνηθισμένη του θέση, στο βαθουλωμένο μαξιλάρι στον καναπέ του σαλονιού, μπροστά από την τηλεόραση κι έκανε σχόλια του τύπου: «Κοίτα, βρε παιδί μου, χάλασε ο κόσμος! Αχ… μια χούντα πάλι τους χρειάζεται για να δούνε τι πάει να πει πραγματική δυστυχία!»
Η Βάσω σκούπισε τα μάτια της.
«Δεν είναι αυτός ο άντρας που γνώρισα κι αγάπησα…», σκέφτηκε ξανά με πίκρα.
Κι ήταν αλήθεια πως πλέον δεν τον αναγνώριζε. Να, όπως τις τελευταίες δύο μέρες που είχαν συνέχεια καβγάδες με την Ευτυχία. Η μικρή ήθελε να πηγαίνει σε κάθε πορεία διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του μικρού στα Εξάρχεια, που γινότανε στο κέντρο κι ο Σάββας έπαιρνε φωτιά. Ποιος της απαγόρευε; Ο Σάββας που πάντα ήτανε πρώτος στις διαμαρτυρίες για το κακό και το άδικο, χωρίς να λογαριάζει το κόστος…
Ξαφνικά, το βλέμμα της έπεσε πάνω σε ένα μισάνοιχτο τετράδιο. Με τρεμάμενα χέρια το άνοιξε. Δεν είχε συνηθίσει να ψάχνει τα πράγματα της κόρης της, μα θαρρείς το ένστικτο, οδήγησε το χέρι της να το ανοίξει, πριν καν προλάβει να το σκεφτεί και να αποφασίσει.

(συνεχίζεται...)



0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου