Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

0 Οι ρωσικοί αντιπερισπασμοί στο Αιγαίο και οι Έλληνες: Τα Ορλωφικά (1770). Όλες οι "ελπίδες"... στο "ξανθό γένος".


Αν λαχταράς τη ΛΕΥΤΕΡΙΑ σ' άλλον μην ελπίζεις.
Μόνος σου πάρτην αν μπορείς, αλλιώς δεν την αξίζεις .
(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης‌)

Εξεγέρσεις και απελευθερωτικοί οραματισμοί πριν από τη μεγάλη ελληνική Επανάσταση του '21

[Σύμφωνα με προφητείες ευρύτατα διαδεδομένες από τα μέσα του 18ου αιώνα, οι Ρώσοι, οι Μόσχοβοι όπως τους έλεγαν, ήταν το περίφημο «ξανθό γένος», το θεϊκά σταλμένο να άρει την οθωμανική κατάκτηση και να (ανα)συστήσει χριστιανικό βασίλειο στο πρότυπο του Βυζαντίου.

Έτσι, η έλευση των Ρώσων στη Μάνη φάνταζε ως ενεργοποίηση του «σχεδίου» της Θείας Πρόνοιας, ως απαρχή της εκπλήρωσης χιλιαστικών προσδοκιών που καλλιεργούνταν από τα χρόνια της κατάκτησης της Πόλης από τους Οθωμανούς. 

Τέτοιες προφητείες, που την εποχή εκείνη αφορούσαν το «ξανθό γένος» και θεματοποιήθηκαν ως «προφητείες του Αγαθάγγελου», τις διέδιδαν ιδίως κληρικοί και μοναχοί, που συχνά ήταν απόστολοι της ρωσικής πολιτικής.]

Στα σημειώματα που ακολουθούν θα παρουσιάσουμε το ιστορικό σκηνικό μέσα στο οποίο εκδηλώνονται τα γεγονότα που έμειναν γνωστά στην ιστορία ως «Ορλωφικά».


Θα προσδιορίσουμε τις κοινωνικο-πολιτικές και ιδεολογικές ορίζουσες του κινήματος και θα παρακολουθήσουμε τα γεγονότα που συνέθεσαν τη σύντομη (και συνάμα δραματική για τους ανθρώπους που την έζησαν) ιστορία του.

Από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου (1689-1725) η Ρωσία καθίσταται ισχυρή ευρωπαϊκή δύναμη και ο κυριότερος αντίπαλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στρατηγικός στόχος της Ρωσίας υπήρξε ο έλεγχος της Μαύρης Θάλασσας και η πρόσβαση στους εμπορικούς δρόμους του Αιγαίου και ευρύτερα της Ανατολικής Μεσογείου.

Ο στόχος αυτός, που δημιουργούσε κλίμα έντασης και οδήγησε συχνά σε πόλεμο τις δύο αυτοκρατορίες, φαίνεται ότι αποκτά σαφέστερα χαρακτηριστικά στα χρόνια της Αικατερίνης Β' (1762-1796).

Τότε αποφασίστηκε η κατασκευή ρωσικού στόλου και η δυναμική παρουσία του στη Μεσόγειο και ιδίως στο Αιγαίο. Από τις αρχές του 18ου αιώνα οι Ρωσο-οθωμανικοί πόλεμοι (1711, 1736-1739, 1768-1774, 1787-1792, 1806-1812) διεξάγονται κυρίως στις ευρωπαϊκές κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και στο Αιγαίο μετά το 1770.

Μέρος του ρωσικού σχεδίου δράσης αποτελούσε και η εξέγερση των ορθόδοξων χριστιανικών πληθυσμών της Βαλκανικής Χερσονήσου και, ανάμεσά τους, των χριστιανικών πληθυσμών της Ρούμελης, της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου.

Η κοινή θρησκευτική πίστη αποτελούσε το έδαφος για τη διεκδίκηση εκ μέρους της Ρωσίας της αναγνώρισής της ως «προστάτιδας» των ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Φαίνεται μάλιστα ότι το πέτυχε μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), γεγονός το οποίο της επέτρεψε να επεμβαίνει έκτοτε στις εσωτερικές υποθέσεις της Πύλης.

Η εξέγερση που εκδηλώθηκε το 1770 στην Πελοπόννησο, τα λεγόμενα «Ορλωφικά», σχεδιάσθηκε και οργανώθηκε από Ρώσους αξιωματούχους στην υπηρεσία της τσαρίνας Αικατερίνης Β' και Πελοποννήσιους, κατά κύριο λόγο, κοτζαμπάσηδες και αρχιερείς.

Οι εμπνευστές και φορείς του σχεδίου θα πρέπει να αναζητηθούν ακόμη, πέρα από το περιβάλλον των Ρώσων ηγεμόνων, και στους εμπορικούς και πνευματικούς κύκλους του παροικιακού Ελληνισμού:  
πρόκειται για θιασώτες των πολιτισμικών και κοινωνικο-πολιτικών προτύπων του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, που συγκαταλέγονται επίσης μεταξύ των θαυμαστών των «πεφωτισμένων» Ρώσων ηγεμόνων της εποχής.

Άλλωστε, στο πλαίσιο του αναπτυσσόμενου την εποχή εκείνη ευρωπαϊκού ηγεμονισμού, ένας γενικευμένος ξεσηκωμός των υπόδουλων στους Οθωμανούς, χριστιανών της Βαλκανικής ενώ απέβλεπε κατ' ουσίαν στον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων πολιτικής κυριαρχίας στην περιοχή, προβαλλόταν ταυτοχρόνως σαν να είναι ο αγώνας της ελευθερίας ενάντια στην τυραννία, της επικράτησης, δηλαδή, του χριστιανικού ευρωπαϊκού πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα του μουσουλμανικού - ασιατικού δεσποτισμού.

Μέσα σε ένα τέτοιο πολιτικό σκηνικό, το καλοκαίρι του 1769 και ενώ ο Ρωσο-οθωμανικός πόλεμος (1768-1774), ο πρώτος που επιχειρεί η Αικατερίνη Β', συνεχίζεται με οθωμανικές επιτυχίες στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, αναχωρούν από το λιμάνι της Κροστάνδης, στη Βαλτική, 14 πλοία με περίπου 600 στρατιώτες.

Πρόκειται για την πρώτη ρωσική ναυτική μοίρα, αποστολή της οποίας ήταν να πλεύσει στη Μεσόγειο και να αναλάβει πολεμική δράση στο Αιγαίο, κινητοποιώντας ταυτοχρόνως σε εξεγέρσεις τους χριστιανικούς πληθυσμούς στις νότιες βαλκανικές κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ιδίως στην Πελοπόννησο.

Εκεί, οι συνεννοήσεις των απεσταλμένων των Ρώσων με τους αρχηγούς των Μανιατών καθώς και με ισχυρούς Μοραΐτες κοτζαμπάσηδες και αρχιερείς πραγματοποιούνται ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1760.

Στη δύναμη αυτή, την οποία θα ακολουθούσε και μια δεύτερη μοίρα, οι Ρώσοι θα προσέθεταν και άλλα πλοία, που κατασκευάζονταν στη Ρωσία καθώς και σε λιμάνια της ιταλικής χερσονήσου, όπου διενεργούνταν στρατολόγηση για τον σχηματισμό των πληρωμάτων.

Επιπροσθέτως, είχαν προσληφθεί έμπειροι αξιωματικοί του ναυτικού από χώρες με πλούσια ναυτική παράδοση, όπως η Αγγλία, και πλοηγοί που γνώριζαν τον θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου.

Επρόκειτο για εγχείρημα παράτολμο. Η Ρωσία δεν είχε ναυτική παράδοση και έως τότε στήριζε τη στρατιωτική της ισχύ σε χερσαίες δυνάμεις.

Τα ειρωνικά σχόλια, ιδίως από την πλευρά των Άγγλων, για το παράδοξο του πράγματος δεν εμπόδισαν τα πρώτα ρωσικά πλοία να εισέλθουν στη Μεσόγειο τον Ιανουάριο του 1770. Στις 17/28 Φεβρουαρίου 1770 ένα τμήμα του στόλου υπό τον Θ. Ορλώφ αγκυροβόλησε στο Οίτυλο της Μάνης.

Η εξέγερση στην Πελοπόννησο εκδηλώθηκε τις επόμενες ημέρες, κράτησε περίπου τρεις μήνες, για να κατασταλεί σχετικά εύκολα, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές στο ανθρώπινο και παραγωγικό δυναμικό του τόπου.

Επίσης, λόγω της παρουσίας των πολυάριθμων ενόπλων, στρατολογημένων ιδίως από τις αλβανικές περιοχές, που είχαν σταλεί για την καταστολή της, δημιουργήθηκε ένα πλεονάζον και ανεξέλεγκτο από τους τοπικούς μηχανισμούς εξουσίας απόθεμα βίας, με αποτέλεσμα να παραταθεί για πολλά χρόνια ακόμη η ένταση και η ανασφάλεια στην περιοχή.

Η προσδοκία όμως της ξένης παρέμβασης, συνδεδεμένη έκτοτε με την προοπτική της δημιουργίας μιας εναλλακτικής μορφής πολιτικής κυριαρχίας στη νότια Βαλκανική και το Αιγαίο, θα έχει πλέον ριζώσει στους χώρους των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Τον Φεβρουάριο του 1770 ο ρωσικός στόλος αγκυροβόλησε στη Μάνη. Επτά χρόνια νωρίτερα, το 1763, ο αξιωματικός του ρωσικού στρατού Γεώργιος Παπάζωλης εγκαθίσταται στη Βενετία αρχικά και στην Τεργέστη αργότερα με ειδική αποστολή την υποκίνηση εξεγέρσεων των χριστιανικών πληθυσμών στα νότια Βαλκάνια, που θα εκδηλώνονταν με την εμφάνιση στο Αιγαίο του ρωσικού στόλου. 

Άλλοι αξιωματικοί της Ρωσίας θα αναλάμβαναν δράση στο Μαυροβούνιο, στην περιοχή της Χιμάρας και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες.

Οι εξεγέρσεις αυτές αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου που αφορούσε τη ρωσική παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο, εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 

Το σχέδιο είχε αρχίσει να αποκτά πνοή το 1762, με την αναρρίχηση στον θρόνο της Ρωσίας της Αικατερίνης Β'.

Ο κόμης Γρηγόριος Ορλώφ, που ανήκε στο στενό περιβάλλον της Αικατερίνης, και οι αδελφοί του Αλέξιος και Θεόδωρος, αξιωματικοί του ρωσικού στρατού που συνέβαλαν στην ανατροπή του τσάρου Πέτρου Γ', θα αναλάμβαναν επικεφαλείς της επιχείρησης στο Αιγαίο.

Με τους Ορλώφ διατηρούσε σχέσεις και ο Παπάζωλης, ο οποίος είχε συμμετοχή στην εξόντωση του Πέτρου Γ'. 

Στο παρελθόν είχε ασχοληθεί με το εμπόριο, αν και χωρίς επιτυχία, γεγονός που ίσως τον έκανε να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη, εκμεταλλευόμενος τις ευκαιρίες πλουτισμού και τις δυνατότητες κοινωνικής ανόδου που προσέφερε την εποχή εκείνη ο ρωσικός στρατός.

Από το 1765, ο Παπάζωλης και οι πράκτορές του, μεταξύ των οποίων ιερείς που προφήτευαν τον ερχομό του «ξανθού γένους», ταξίδεψαν στην Ήπειρο, τη Ρούμελη και την Πελοπόννησο, όπου συναντήθηκαν με σημαντικούς τοπικούς παράγοντες και διένειμαν στους μυημένους άμφια, ιερά σκεύη και εικόνες της Αικατερίνης, η οποία εμφανιζόταν ως προστάτιδα των ορθόδοξων χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκτός του Παπάζωλη, στην Πελοπόννησο ταξίδεψαν και άλλοι αξιωματικοί της Ρωσίας, όπως ο Εμμανουήλ Σάρρος.

Ιδιαίτερα πρόθυμοι συνομιλητές όλων αυτών υπήρξαν οι αρχηγοί των Μανιατών και ο ισχυρός προύχοντας της Καλαμάτας Παναγιώτης Μπενάκης.

Σε επαφή μαζί του βρίσκονταν αρκετοί Μοραΐτες προύχοντες και ιεράρχες, οι οποίοι φαίνεται ότι συγκροτούσαν συμμαχικό δίκτυο στο πλαίσιο των κοινωνικο-πολιτικών ανταγωνισμών μεταξύ των τοπικών εξουσιαστικών ομάδων της Πελοποννήσου.

Σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στον πύργο του Μπενάκη, το φθινόπωρο του 1768, συμφωνήθηκε να αποσταλεί προς την Αικατερίνη αίτηση - έκκληση για υποστήριξη επικείμενης εξέγερσής τους. 

Φαίνεται, ωστόσο, ότι αρκετές από τις υπογραφές που εμφανίζονται στο έγγραφο ήταν πλαστές.

Ιδιαίτερες διαπραγματεύσεις έγιναν το 1769 με τους Μανιάτες, στους οποίους απευθύνθηκαν με επιστολές τους ο πρωθυπουργός της Ρωσίας Πάνιν και ο Αλέξιος Ορλώφ, ενώ αρκετές υπήρξαν και οι αποστολές Μανιατών στη Βενετία και άλλες πόλεις της ιταλικής χερσονήσου, όπου βρίσκονταν την εποχή εκείνη οι επικεφαλής της επικείμενης επιχείρησης με σκοπό να την προετοιμάσουν.

Τακτική επικοινωνία διατηρούσαν αυτοί οι τελευταίοι και με τον Π. Μπενάκη, ο οποίος ενημερωνόταν για τον πλου του ρωσικού στόλου.

Ωστόσο οι επαφές αυτές δεν έλυσαν ορισμένα σημαντικά ζητήματα και, μεταξύ αυτών, το ποια θα ήταν η πλευρά που θα αναλάμβανε το κύριο βάρος των χερσαίων επιχειρήσεων. 

Οι Μοραΐτες επιδίωκαν να δεσμεύσουν τους Ρώσους με την αποστολή αρκετών χιλιάδων ενόπλων.

Οι Ρώσοι, από την πλευρά τους, υπόσχονταν χωρίς φειδώ, φάνηκε ωστόσο από τον αριθμό πλοίων, ενόπλων και πολεμικών εφοδίων που έστειλαν στην Πελοπόννησο, ότι δεν ήταν η ξηρά το πεδίο που τους ενδιέφερε να δοκιμαστούν στρατιωτικά, αλλά η θάλασσα.

Η άφιξη των πρώτων ρωσικών πλοίων, στις 17/28 Φεβρουαρίου 1770, προκάλεσε αναστάτωση στους Μανιάτες που έσπευσαν στο Οίτυλο μαζί με τους ιερείς τους για να υποδεχθούν τους Ρώσους.

Σύμφωνα με προφητείες ευρύτατα διαδεδομένες από τα μέσα του 18ου αιώνα, οι Ρώσοι, οι Μόσχοβοι όπως τους έλεγαν, ήταν το περίφημο «ξανθό γένος», το θεϊκά σταλμένο να άρει την οθωμανική κατάκτηση και να (ανα)συστήσει χριστιανικό βασίλειο στο πρότυπο του Βυζαντίου.

Έτσι, η έλευση των Ρώσων στη Μάνη φάνταζε ως ενεργοποίηση του «σχεδίου» της Θείας Πρόνοιας, ως απαρχή της εκπλήρωσης χιλιαστικών προσδοκιών που καλλιεργούνταν από τα χρόνια της κατάκτησης της Πόλης από τους Οθωμανούς. 

Τέτοιες προφητείες, που την εποχή εκείνη αφορούσαν το «ξανθό γένος» και θεματοποιήθηκαν ως «προφητείες του Αγαθάγγελου», τις διέδιδαν ιδίως κληρικοί και μοναχοί, που συχνά ήταν απόστολοι της ρωσικής πολιτικής.

Εξάλλου, η ρωσική επέμβαση στην Πελοπόννησο ήταν μια προοπτική που ιδίως από τις αρχές της δεκαετίας του 1760 εμπεδωνόταν ολοένα και περισσότερο μεταξύ χριστιανών προυχόντων και αρχιερέων ως εναλλακτική δυνατότητα διεξόδου από το καθεστώς της οθωμανικής κατάκτησης.

Η αναζήτηση των δυνατοτήτων της προοπτικής αυτής καθιστούσε τους αρχηγούς των Μανιατών και προύχοντες σαν τον Π. Μπενάκη πρόθυμους και προνομιακούς συνομιλητές του Παπάζωλη και των Ορλώφ.

Μέσα από διαφορετικούς, αν και συχνά διασταυρούμενους, δρόμους, η προσδοκία της έλευσης των Ρώσων είχε αναπτυχθεί στους χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων, αλλά και μεταξύ των λογίων και εμπόρων που διαβιούσαν εκτός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στη διάρκεια της παραμονής τους σε πόλεις της ιταλικής χερσονήσου με στόχο την προετοιμασία της εκστρατείας, ο Παπάζωλης αρχικά και οι Ορλώφ στη συνέχεια είχαν την υποστήριξη ανθρώπων που αντιμετώπιζαν θετικά τη δημιουργία ενός αυτόνομου κρατικού μορφώματος στη νότια Βαλκανική και το Αιγαίο, μιας ηγεμονίας που θα τύγχανε της αρωγής και της προστασίας της Ρωσίας της Αικατερίνης Β'.

Άλλωστε, αρκετοί από τους στοχαστές του Διαφωτισμού, και ιδίως ο Βολταίρος και ο Ντιντερό, αναγνώριζαν στο πρόσωπο της «πεφωτισμένης» αυτοκράτειρας τις δυνατότητες πολιτικής, οικονομικής, διοικητικής και πνευματικής αναμόρφωσης των λαών της Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και της εγγύς Ανατολής, σύμφωνα με τις αρχές και τα πολιτικο-κοινωνικά προστάγματα του Διαφωτισμού.

Αυτή η «μετριοπαθής» διάσταση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού που αντιμετώπιζε θετικά την προοπτική της «πεφωτισμένης δεσποτείας», έτσι όπως εμφανιζόταν στα μέσα του 18ου αιώνα ιδίως από τη Ρωσία της Αικατερίνης, βρήκε απήχηση όχι μόνο μεταξύ των εμπόρων και των λογίων στις παροικίες, αλλά και στους χώρους της Εκκλησίας.

Είναι χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις του πατριάρχη Κύριλλου Ε' (1757-1761) που, καθαιρεθείς, επέστρεψε στον τόπο καταγωγής του, τη Δημητσάνα, προπαγανδίζοντας την προοπτική της ρωσικής παρέμβασης, αλλά και του μητροπολίτη Ανανία, που με τον Π. Μπενάκη και άλλους Μοραΐτες προύχοντες και αρχιερείς φαίνεται ότι αντιμετώπιζαν θετικά την προοπτική δημιουργίας μιας ρωσικής ηγεμονίας στην Πελοπόννησο.

Η εμπειρία από τη δράση της καθολικής Εκκλησίας την περίοδο της ενετικής κατάκτησης (1685-1715) δημιούργησε ασφαλώς στην Πελοπόννησο ευνοϊκές συνθήκες ώστε η ομόδοξη Ρωσία να αποκτήσει ισχυρά ερείσματα για την προώθηση της πολιτικής της.

Ανεξάρτητα από τις όποιες τοπικές ιδιαιτερότητες, η προοπτική μιας ελληνικής ηγεμονίας στο πλαίσιο της «πεφωτισμένης δεσποτείας», την οποία πρέσβευε η Ρωσία της Αικατερίνης, έβρισκε ένθερμους υποστηρικτές στους κόλπους της Εκκλησίας και ιδίως σε περιβάλλοντα που ήταν επιδεκτικά των αρχών του Διαφωτισμού.

Ο Ευγένιος Βούλγαρης, λόγιος και κληρικός με σημαντική παρουσία σε εκκλησιαστικά εκπαιδευτήρια όπως η Αθωνιάδα στο Άγιο Όρος, συμπύκνωσε ίσως με τον εναργέστερο τρόπο την προοπτική αυτή. 

Το 1770, στη διάρκεια του Ρωσο-οθωμανικού πολέμου, επεισόδιο του οποίου υπήρξαν και τα Ορλωφικά, εγκαταστάθηκε στην Πετρούπολη.

Το 1771 μετέφρασε στα ελληνικά ορισμένα φυλλάδια του Βολταίρου αλλά και την περίφημη Εισήγηση της Αικατερίνης, όπου με μια ρητορική εμπνευσμένη από τις αρχές του Διαφωτισμού εξαγγελλόταν το μεταρρυθμιστικό κυβερνητικό της πρόγραμμα.


Πιθανότατα την ίδια χρονιά εξέδωσε ανώνυμα την πολιτική πραγματεία Στοχασμοί εις τους παρόντας κρισίμους καιρούς του οθωμανικού κράτους, έργο που μεταφράστηκε στα ρωσικά και στα γαλλικά.


Οι Στοχασμοί αναφέρονται στη θέση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο σύστημα σχέσεων των ευρωπαϊκών κρατών, προσέγγιση ιδωμένη υπό το πρίσμα της διαδεδομένης την εποχή εκείνη θεωρίας των «αντίρροπων δυνάμεων».

Σύμφωνα με τον Βούλγαρη, η ενδυνάμωση της Ρωσίας θα μπορούσε να περιορίσει εδαφικά και να καταστήσει ελεγχόμενη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που έτσι δεν θα συνιστούσε πλέον κίνδυνο για τα ευρωπαϊκά κράτη.

Η Ρωσία θα λειτουργούσε ως αιχμή του ευρωπαϊκού δόρατος και ως φορέας του πολιτικού και πνευματικού πολιτισμού της Ευρώπης. Πρότεινε λοιπόν τον διαμελισμό των ευρωπαϊκών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία μιας μικρής ελληνικής ηγεμονίας υπό τη σκέπη της Ρωσίας.

Ν. Ροτζώκος – Δ. Τζάκης ΤΑ ΝΕΑ (23-08-2000)
(Ο Νίκος Ροτζώκος διδάσκει Νεότερη Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ο Διονύσης Τζάκης είναι διδάκτωρ Ιστορίας, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού).

Πηγή: mani.org.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου