Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

0 Σύμφωνα με το Ν.Δ. 771 του 1941, όλες οι συναλλαγές άνω των 30.000 δρχ έπρεπε να πραγματοποιούνται μέσω τράπεζας...Ποιά η διαφορά με το CAPITAL CONTROL;;;;

Σύμφωνα με το Ν.Δ. 771 του 1941, όλες οι συναλλαγές άνω των 30.000 δρχ έπρεπε να πραγματοποιούνται μέσω τράπεζας...Ποιά η διαφορά με το CAPITAL CONTROL;;;;





Το ερέθισμα για την παρουσίαση που ακολουθεί μας το πρόσφερε η μεταπτυχιακή εργασία του δασκάλου Παναγιώτη Σάμιου («Η Μαύρη Αγορά και οι ακίνητες περιουσίες που άλλαξαν χέρια την περίοδο της Κατοχής», Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2010), απ’ την οποία αντλήσαμε πολλά στοιχεία. Συμπληρωματικές πληροφορίες αναζητήσαμε στο αρχείο της Ομοσπονδίας Πωλησάντων, που φυλάσσεται στο ΕΛΙΑ.


Ανατομία μιας «ανακατανομής»

Το πρώτο δεδομένο αφορά τα μεγέθη του φαινομένου. Μέσα στην κατοχή άλλαξαν χέρια 350.000 περίπου ακίνητα. Το ένα τρίτο απ’ αυτά ήταν «αστικά» (σπίτια και οικόπεδα), τα δυο τρίτα «αγροτικά» (δηλαδή χωράφια, συχνά στην περίμετρο των αστικών κέντρων, συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου μέρους των σημερινών πολεοδομικών συγκροτημάτων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης), ενώ πουλήθηκαν και 1.000 περίπου «βιομηχανικά» ακίνητα, ως επί το πλείστον βιοτεχνίες.
Η σχέση των περισσότερων απ’ αυτές τις συναλλαγές με τον πόλεμο και την πείνα είναι προφανής: τρεις στις τέσσερις πραγματοποιήθηκαν μέσα στα πρώτα δυο χρόνια της Κατοχής (1941-42), την περίοδο δηλαδή κατά την οποία σημειώθηκε και ο μεγαλύτερος αριθμός θανάτων από ασιτία. Στα τέλη του 1942, η κατάσταση είχε πιά κάπως σταθεροποιηθεί χάρη στα συσίτια του Ερυθρού Σταυρού. Ο κόσμος δεν πέθαινε πλέον από την πείνα, οπότε και το ξεπούλημα των περιουσιακών στοιχείων (όσων δεν είχαν «σκοτωθεί» το προηγούμενο διάστημα) περιορίστηκε αισθητά.
[…]
Η σχέση ανάμεσα στην προπολεμική αξία αυτών των ακινήτων και τις τιμές με τις οποίες «σκοτώθηκαν» αυτά επί Κατοχής φωτίζει ακόμη περισσότερο το χαρακτήρα αυτών των αγοραπωλησιών. Σε μια Ελλάδα όπου οι τιμές των βασικών ειδών διατροφής είχαν δεκαπλασιαστεί (σε σχέση με το μέσο ημερομίσθιο) μεταξύ Οκτωβρίου 1940 κι Απριλίου 1943, τα ακίνητα πωλούνταν κατά μέσο όρο στο 1/13 με 1/20 της αξίας τους! Οπως διαπιστώνουμε δε από δειγματοληπτικούς πίνακες που συνοδεύουν ως τεκμήρια το «Υπόμνημα» του 1946, αυτή η υποτίμηση των πωλούμενων ακινήτων υπήρξε μεγαλύτερη στο φόρτε της πείνας, αλλά και όσον αφορά τα ακίνητα μικρότερης προπολεμικής αξίας. Με δυο λόγια, οι μικροϊδιοκτήτες ξεπούλησαν φτηνότερα τα υπάρχοντά τους απ’ ό,τι οι «μεσαίοι» (που ενδεχομένως κινδύνευαν λιγότερο άμεσα από την πείνα).
Ακόμη και τα κλάσματα αυτά είναι ωστόσο σε μεγάλο βαθμό παραπειστικά, καθώς ο μηχανισμός που η δωσίλογη «Ελληνική Πολιτεία» είχε θεσπίσει γι’ αυτές τις συναλλαγές κατέληγε στην πράξη σε ακόμη μεγαλύτερη υποτίμηση της αξίας των πωλούμενων ακινήτων. Σύμφωνα με το Ν.Δ. 771 του 1941, όλες οι συναλλαγές άνω των 30.000 δρχ έπρεπε να πραγματοποιούνται μέσω τράπεζας, με κατάθεση εκεί του συνολικού τιμήματος, από το οποίο ο δικαιούχος δεν μπορούσε να κάνει παρά τμηματικές αναλήψεις 30.000 (κι αργότερα 40.000) δρχ κατά ορισμένα διαστήματα. Με τη δραχμή να υποτιμάται διαρκώς έναντι της χρυσής λίρας (συνολικά 1 προς 4.367 μεταξύ Απριλίου 1941 και Φεβρουαρίου 1944), οι τράπεζες ξεζούμιζαν έτσι με τη σειρά τους τον πωλητή.
[…]
Η πιο ενδιαφέρουσα από τις στατιστικές πληροφορίες αφορά, ωστόσο, τον κόσμο των αγοραστών Τα δύο τρίτα τους ήταν άνθρωποι που στη διάρκεια της Κατοχής αγόρασαν από ένα ακίνητο, το ένα τέταρτο αγόρασε 2-3, το ένα εικοστό 4-10, ενώ το ένα τριακοστό «φτάχτηκε» πάρα πολύ χοντρά, αποκτώντας στο ίδιο διάστημα από 11 μέχρι 50 ή και περισσότερα ακίνητα. Πέντε με δέκα χιλιάδες Ελληνες βγήκαν, δηλαδή, από την κατοχή αισθητά πλουσιότεροι απ’ ό,τι ήταν πριν. Στην πραγματικότητα, όπως διαπιστώνουμε από  δειγματοληπτικό κατάλογο του «Υπομνήματος»  η συγκεντροποίηση είναι ακόμη μεγαλύτερη, αφού συχνά διαφορετικοί αγοραστές είναι πρόσωπα μιας και της αυτής οικογένειας ή συνιδιοκτήτες της ίδιας επιχείρησης.
Ο αριθμός των υπόλοιπων 50 με 55.000 αγοραστών μας αποκαλύπτει μια άλλη όψη του φαινομένου: τον κόσμο που στο διάστημα της Κατοχής μπορεί να μην πλούτισε ιδιαίτερα, μάλλον όμως δεν έγινε και φτωχότερος, αφού απέκτησε κάποια νέα περιουσιακά στοιχεία. Αν κρίνουμε απ’ το διαθέσιμο δειγματολόγιο των 524, ανάμεσά τους βρίσκονται και χιλιάδες «μικροί» μαυραγορίτες, που μέσα στο θανατικό του 1941-42 αγόρασαν σπίτια και οικόπεδα καταβάλλοντας -σύμφωνα με τα συμβόλαια- κάποια δέκατα της λίρας για το καθένα…
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα ευφάνταστος, για να καταλάβει πως η «πυραμίδα» αυτή των αγοραστών συγκροτούσε σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική βάση της πολιτικής συμμαχίας που στήριξε την εθνικόφρονα μεταπολεμική τάξη πραγμάτων. Για τη διατήρηση των κεκτημένων, η θεσμική κατοχύρωση της «συνέχειας του κράτους» και των θεσμών του μεταξύ 1940 και 1945 (με την ελαχιστοποίηση της απελευθερωτικής τομής του 1944) αποτελούσε μονόδρομο. Τα τανκς του Σκόμπι, μαζί με τη γεωπολιτική θέση της χώρας διασφάλισαν και τα συμφέροντα όλων εκείνων που πλούτισαν τα αμέσως προηγούμενα χρόνια.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου